Το «ντζ» της νεραντζιάς και τα πορτοκάλια του κάμπου

Το «ντζ» της νεραντζιάς και τα πορτοκάλια του κάμπου

(Δημοσιεύτηκε Στο 100ο τεύχος του περιοδικού ΥΠΕΡ-Χ, τον Δεκέμβριο του 2021) 

 

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΨΙΛΑΚΗ

Οι εικόνες που μένουν για πάντα είναι εκείνες που αντίκρισαν τα παιδικά μάτια μας. Όπως τούτη. Της Άννας. Της αγαπημένης Άννας, της μυθικής Άννας, της μεγαλομάτας Άννας με τα κουρλάκια και το καρεδάτο φουστανάκι. Τη βλέπαμε να μπαίνει στο περβόλι του κυρ-Λάμπρου και να σταματά κάτω από τα παραφορτωμένα εσπεριδοειδή του χειμώνα, τις νεραντζιές και τις λεμονιές, μπαίναμε μαζί της κι εμείς, μυριζόμασταν τα φρούτα της εποχής, συλλαβίζαμε και τις λέξεις. Νεραντζούλα... Τα τρία μεσιακά γράμματα, εκείνο το ντζ, που έπρεπε να το προφέρει η γλώσσα μας. Η Άννα, η μυθική Άννα, η άυλη μα τόσο οικεία φίλη μας, άρχιζε το τραγούδι:

Νεραντζούλα φουντωμένη

με νεράντζια φορτωμένη.

Την Άννα την ήξερα καλά, τα νεράντζια όχι. Για πορτοκάλια τα περνούσα, μοιάζανε κιόλας. Άραγε, υπάρχει πιο εμβληματική εικόνα; Μεγεθυμένα τα φρούτα, μεγεθυμένη και η φαντασία μας, όλα σε μιαν υπέροχη αρμονία που εξακολουθεί να μαγεύει τα μάτια μας, τα μάτια που κρατάνε ακόμη τις όμορφες εικόνες, τις παιδικές.

Και η Άννα εκεί. Μαζί με τα τρία κολλημένα σύμφωνα, το ντζ της νεραντζιάς, το πορτοκαλί των φρούτων, τον περίβολο του περιβολιού.

Ευλογημένος ο εικονογράφος του πρώτου μας Αλφαβηταρίου. Τον μακαρίζουν γενιές και γενιές μαθητών, εσαεί μαθητών. Κώστας Γραμματόπουλος το όνομά του. Τότε δεν τον ήξερα. Χρειάστηκε να μεγαλώσω για να μάθω ποιος ήταν ο ζωγράφος που χάρισε στα μάτια μου τη μαγεία της εικόνας. Και τούτης της κατάφορτης νεραντζιάς που κουβαλά μαζί με τα νεράντζια της το απόσταγμα της αποκαθαρμένης εμμένουσας μνήμης. Τον γνώρισα τον Γραμματόπουλο όταν μου αποκάλυπτε τον κόσμο κι έβλεπα την Άννα, τον Μίμη, τη Λόλα. Κι αργότερα, όταν έβλεπα τα χαρακτικά και τις ζωγραφιές του, τις εικόνες που συνόδεψαν το περήφανο «όχι» του αλβανικού μετώπου.

Ο πορτοκαλεώνας της φωτογραφίας βρίσκεται στο γόνιμο και πλούσιο «φάλι» της Μεσαράς, περίπου στη μέση ενός κάμπου που κάποτε τάιζε χιλιάδες στόματα με τα στάρια του. Με μάγεψαν πάλι τα χρώματα, οι εικόνες που επανέρχονται, οι εικόνες που ξεπατικώνονται από το πρώτο μας αναγνωστικό, οι εικόνες που ξαναφτιάχνονται με άλλα υλικά, όχι άυλα πλέον. Έτσι πεταγόμαστε από τον κόσμο της φαντασίας και της μνήμης στον κόσμο τον πραγματικό. Μπορεί να μην αντιγράφει η τέχνη τη φύση, σίγουρα όμως την εμπνέει.

Τυχαία είναι η λήψη, όχι στημένη. Από μια περιδιάβαση σ’ έναν κήπο των Εσπερίδων. Με μεγάλη συντροφιά, με καλάθια και τσάντες.

Δεν ξέρω γιατί συνέλαβα τον εαυτό μου να ψελλίζει το ντζ της νεραντζιάς και το νοσταλγικό παιδικό τραγουδάκι.

 

Ξαναγυρίζω στην πρώτη του Δημοτικού.

Ξεφυλλίζω το πρώτο μου αναγνωστικό.

Άννα, που είσαι;

Λόλα, Μίμη; Ακούει κανείς;